Αν η δεκαετία του ’80 ήταν η εποχή της παγκόσμιας εκτόξευσης και της καθολικής αναγνώρισης και τα ’90s η περίοδος της αβεβαιότητας και των αλλαγών, τα 2000s αποτέλεσαν την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας και της καλλιτεχνικής αναγέννησης.
Ήταν η δεκαετία που οι Maiden απέδειξαν πως είναι πολλά περισσότερα από ένα θρυλικό συγκρότημα του παρελθόντος που ζει με τις δάφνες του, επιβεβαιώνοντας πως παραμένουν μια ζωντανή, δημιουργική heavy metal μηχανή που μπορεί να γεμίζει στάδια και να κυκλοφορεί δίσκους οι οποίοι κοιτάζουν στα μάτια τα κλασικά τους αριστουργήματα.

Η αυγή της νέας χιλιετίας βρήκε τους Iron Maiden σε μια κατάσταση πρωτόγνωρης ευφορίας. Η επιστροφή του «ασώτου» Bruce Dickinson στα φωνητικά και του Adrian Smith στις κιθάρες το 1999 είχε ήδη προκαλέσει παγκόσμια φρενίτιδα, όμως το μεγάλο στοίχημα παρέμενε αν θα μπορούσαν να γράψουν ξανά μουσική που να έχει ουσιαστική σημασία για το παρόν και να ορίσει καλλιτεχνικά τη νέα χιλιετία που ξεπρόβαλλε μπροστά τους.
Η απάντηση δόθηκε με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο τον Μάιο του 2000 με την κυκλοφορία του Brave New World. Το συγκρότημα λειτούργησε πλέον ως εξαμελές σχήμα, εγκαινιάζοντας την περίφημη “Three Amigos” επίθεση στις κιθάρες με τους Dave Murray, Adrian Smith και Janick Gers να συναγωνίζονται μεταξύ τους ως άτυπες riff-ομηχανές σε έναν σαφώς πιο ογκώδη και πλούσιο ήχο.
Το εναρκτήριο λάκτισμα του δίσκου, το The Wicker Man, ήταν ένα “straight-to-the-point” anthem που θύμισε σε όλους γιατί αγαπήσαμε τους Maiden, ενώ το ομώνυμο Brave New World, βασισμένο στο δυστοπικό έργο του Aldous Huxley, έδειξε τη νέα, πιο ατμοσφαιρική κατεύθυνση της μπάντας. Ωστόσο, η καρδιά του δίσκου χτυπούσε στο Blood Brothers, ένα κομμάτι-σταθμό αφιερωμένο στον πατέρα του Steve Harris, το οποίο μετατράπηκε γρήγορα στον απόλυτο ύμνο μεταξύ των εκατομμυρίων οπαδών τους στις δεκάδες συναυλίες που έδωσε στη συνέχεια το συγκρότημα.
Η περιοδεία που ακολούθησε κορυφώθηκε στο Rock in Rio του 2001 μπροστά σε 250.000 θεατές, μια στιγμή που καταγράφηκε ως ένα από τα κορυφαία live albums της μουσικής ιστορίας, μπαίνοντας στη χρυσή Βίβλο του χρυσού ήχου.

Τρία χρόνια αργότερα, το 2003, το συγκρότημα επέστρεψε με το Dance of Death με το μουσικό του περιεχόμενο να είναι μια αποκάλυψη. Οι Maiden άρχισαν να πειραματίζονται ακόμα περισσότερο με ιστορικά θέματα και μεγαλύτερες, πιο θεατρικές δομές που έδειξαν ένα νέο συνθετικό πρόσωπο στην αυγή των 2000s. Το συγκλονιστικό Paschendale, μια σύνθεση του Adrian Smith για τις φρικαλεότητες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα αρτιότερα κομμάτια τους, καθώς καταφέρνει να μεταφέρει τον τρόμο των χαρακωμάτων μέσω της ενορχήστρωσης.
Παράλληλα, το No More Lies με τις κλασικές εναλλαγές ρυθμών του Steve Harris και το Rainmaker με τις πιασάρικες μελωδίες του, απέδειξαν ότι η μπάντα διατηρούσε την ικανότητα να γράφει τραγούδια που γίνονται αμέσως κλασικά κι αντιμετωπίζονται από το κοινό τους ως συναυλιακοί ύμνοι.
Αν υπήρχε όμως μια στιγμή στη δεκαετία που οι Iron Maiden πήραν το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό τους ρίσκο αυτή ήταν το 2006.
Το A Matter of Life and Death δεν ήταν ένας «εύκολος» ή εμπορικός δίσκος με την παραδοσιακή έννοια. Σκοτεινός, βαρύς, με θεματολογία γύρω από τον πόλεμο και τη θρησκεία, αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως ένα προοδευτικό αριστούργημα της ύστερης δισκογραφικής περιόδου τους.
Το συγκρότημα ήταν τόσο περήφανο για αυτό το υλικό, που κατά την περιοδεία του έλαβε την τολμηρή απόφαση να παίζει ολόκληρο το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, αφήνοντας τις παλιές επιτυχίες για το encore. Το lead single The Reincarnation of Benjamin Breeg με το ασύλληπτο του riff και το επικό οκτάλεπτο For the Greater Good of God ξεχώρισαν με τις πρώτες κιόλας ακροάσεις.

Πέρα από τις κυκλοφορίες στα ράφια των δισκοπωλείων, η δεκαετία των 2000s αφορούσε την πλήρη αναδιοργάνωση του ονόματος των Iron Maiden σε παγκόσμιο επίπεδο. Η περιοδεία The Early Days το 2005 εστίασε στα πρώτα τέσσερα άλμπουμ τους, συστήνοντας την κλασική τους κληρονομιά σε μια νέα γενιά οπαδών που δεν τους είχε δει ποτέ στα ’80s.
Η κορύφωση αυτής της στρατηγικής ήρθε το 2008 με το Somewhere Back in Time World Tour, όπου το συγκρότημα αναβίωσε το θρυλικό stage set του Powerslave προσφέροντας ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα που καθήλωσε εκατομμύρια θεατές.
Εδώ ακριβώς γεννήθηκε και ο θρύλος του Ed Force One. Το συγκρότημα ναύλωσε ένα ειδικά διαμορφωμένο Boeing 757, το οποίο έφερε το λογότυπο της μπάντας και την εικόνα του Eddie στην ουρά, με πιλότο τον ίδιο τον Bruce Dickinson. Το αεροπλάνο αυτό μετέφερε τα μέλη, το τεχνικό επιτελείο και 12 τόνους εξοπλισμού σε κάθε γωνιά του πλανήτη, από την Ινδία και την Αυστραλία μέχρι τη Λατινική Αμερική.
Αυτή η εμπειρία καταγράφηκε στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ Flight 666, το οποίο πέρα από την επαγγελματική τους αρτιότητα, ανέδειξε και την ανθρώπινη, συχνά χιουμοριστική πλευρά των μελών της μπάντας πίσω από τα φώτα της σκηνής.
|
|




